|
ΙόνιοΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΑΡΙΔΕΣ Στην Ελλάδα, όπου τα βαθιά νερά καταλαμβάνουν μεγάλο ποσοστό των Ελληνικών Θαλασσών, η αλιεία σε βάθη πάνω από 400μ είναι πολύ περιορισμένη και έτσι τα βιολογικά αποθέματα των βαθιών νερών είναι βασικά σε παρθένα κατάσταση. Αλλά και η έρευνα για τα αποθέματα των βαθιών νερών αποτελεί μια σχετικά νέα ερευνητική δραστηριότητα των Ελλήνων Επιστημόνων. Ειδικότερα, το Ινστιτούτο Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. ξεκίνησε τη δραστηριότητα αυτή βασικά το 1996 μέσα από τη διεξαγωγή ερευνητικών προγραμμάτων. Μέχρι σήμερα, για τα βιολογικά αποθέματα των βαθιών νερών, έχουν πραγματοποιηθεί 10 ερευνητικά προγράμματα και άλλα 2 είναι σε εξέλιξη. Μέχρι σήμερα οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί από το ΙΘΑΒΙΠ έχουν γίνει σε όλο το Ιόνιο Πέλαγος και το Μεσσηνιακό κόλπο. Σποραδικά, στα πλαίσια ερευνητικών προγραμμάτων με άλλους στόχους, έχουν βρεθεί κόκκινες γαρίδες και στο Αιγαίο πέλαγος. Το πιο σημαντικό αποτέλεσμα των μέχρι σήμερα ερευνών είναι η άφθονη παρουσία των δύο ειδών κόκκινων γαρίδων, της γιγαντιαίας κόκκινης γαρίδας (Aristaeomorpha foliacea) και της κόκκινο-μπλε γαρίδας (Aristeus antennatus) σε όλη την έκταση του Ιονίου πελάγους, αν και αυτή δεν είναι ομοιογενής αλλά εμφανίζει υψηλές κατά τόπους τιμές. Η βαθυμετρική τους εξάπλωση βρέθηκε να εκτείνεται από τα 300 μέχρι τα 1200μ για τη γιγαντιαία κόκκινη γαρίδα, με σημαντική παρουσία μεταξύ 500-700μ, ενώ από τα 500 μέχρι τα 3300μ για τη κόκκινο-μπλε γαρίδα, με σημαντική παρουσία μεταξύ 600-800μ. Σε αυτά τα βάθη, εμφανίζονται κυρίως τα θηλυκά του δεύτερου είδους, ενώ τα αρσενικά και τα νεαρά συχνάζουν συνήθως σε μεγαλύτερα των 1000μ βάθη και μάλιστα σε θαλάσσια φαράγγια, γεγονός που σε συνδυασμό με διάφορα άλλα χαρακτηριστικά καθιστά το είδος περισσότερο προστατευμένο από την αλιεία σε σχέση με τη γιγαντιαία κόκκινη γαρίδα. Στα ελληνικά νερά, η γιγαντιαία κόκκινη γαρίδα είναι αρκετά πιο άφθονη από την κόκκινο-μπλε. Αυτό συσχετίζεται με τις περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής, οι οποίες είναι πιο ευνοϊκές για την πρώτη γαρίδα (προτιμά θερμότερα και μεγαλύτερης αλατότητας νερά από τη δεύτερη) και από το γεγονός ότι σχεδόν δεν υπάρχει αλιεία τους στην Ελλάδα. Τα δύο είδη εμφανίζουν φυλετικό διμορφισμό. Τα θηλυκά είναι μεγαλύτερα από τα αρσενικά και ζουν πιο πολλά χρόνια. Το ζευγάρωμα (εσωτερική γονιμοποίηση) γίνεται την άνοιξη, οπότε παρατηρείται και το υψηλότερο ποσοστό ώριμων αρσενικών. Τα θηλυκά κρατούν το σπέρμα σε ειδικές θήκες (σπερματοφόρο) και ωριμάζουν στην πλειονότητα τους το καλοκαίρι, οπότε πραγματοποιείται η ωοτοκία. Η γιγαντιαία κόκκινη γαρίδα είναι ένας ενεργητικός θηρευτής (κυνηγός) και τρέφεται κυρίως με άλλες γαρίδες και ψάρια, ενώ η κόκκινο-μπλε γαρίδα είναι πιο παθητικός θηρευτής και τρέφεται κυρίως με γαρίδες και σκώληκες. Οι έρευνες έδειξαν ότι οι πληθυσμοί των δύο κόκκινων γαρίδων στο ελληνικό Ιόνιο είναι σε παρθένα κατάσταση, γεγονός που αποτελεί ιδιαίτερο προνόμιο για τη μελέτη τους και για τη σωστή διαχείριση μιας πιθανής μελλοντικής εκμετάλλευσης τους. Οι έρευνες για τις κόκκινες γαρίδες έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα με ενοικιαζόμενα αλιευτικά σκάφη και έχουν σαν αποτέλεσμα τη συλλογή μη ζωντανών δειγμάτων κόκκινων γαρίδων. Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να μελετήσουμε τις δύο κόκκινες γαρίδες των βαθιών νερών τη γιγαντιαία κόκκινη γαρίδα και τη κόκκινη-μπλε γαρίδα ζωντανές στο φυσικό τους περιβάλλον. Η χρήση Τηλεκατευθυνόμενης Υποβρύχιας Κάμερας (ROV) και του βαθυσκάφους θα δώσουν τη δυνατότητα παρατήρησης του τρόπου με τον οποίο οι κόκκινες γαρίδες κολυμπούν, τρέφονται, ζευγαρώνουν, μετακινούνται στη στήλη του νερού, συμπεριφέρονται και αντιδρούν στην παρουσία άλλων οργανισμών αλλά και τη δική μας. Επίσης, τα χρώματα που εμφανίζουν στο πραγματικό τους περιβάλλον, η ύπαρξη τόπων συγκέντρωσης των νεαρών ατόμων, τα είδη που τις κυνηγούν και ο τρόπος που τις συλλαμβάνουν και οι διαφορές συμπεριφοράς που εμφανίζουν τα δύο είδη κόκκινων γαρίδων θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμες πληροφορίες. Η έρευνα θα πραγματοποιηθεί στην περιοχή του Μεσσηνιακού κόλπου και του Ιονίου Πελάγους (ανοιχτά του Κυπαρισσιακού κόλπου) και θα διαρκέσει από 10 έως 12 Δεκεμβρίου 2006. Η χρήση ROV θα πραγματοποιηθεί σε βάθη 500-700 μ, ενώ το βαθυσκάφος θα διερευνήσει περιοχές σε βάθος 500μ. Η ερευνητική αποστολή αποτελείται από δύο ιχθυολόγους-ωκεανογράφους (Χρύση Μυτιληναίου & Κώστας Καπίρης) και πλαισιώνεται από το εξειδικευμένο για το βαθυσκάφος και ROV προσωπικό. Οι πληροφορίες για την Κόκκινη Γαρίδα προετοιμάστηκαν από την Χρύση Μυτιληναίου και τον Κώστα Καπίρη.
|






